κεμεντζές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεμεντζές κεμεντζέδες
γενική κεμεντζέ κεμεντζέδων
αιτιατική κεμεντζέ κεμεντζέδες
κλητική κεμεντζέ κεμεντζέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεμεντζές < τουρκική kemençe < περσική کمانچه (kamāncheh) < کمان (kamān, δοξάρι) + چه (cheh, κατάληξη υποκοριστικού)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεμεντζές αρσενικό

  1. η ποντιακή λύρα