κεν
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Μόριο
[επεξεργασία]κεν
- επικός, ιωνικός και ποιητικός τύπος του ἄν
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 60
- εἴ κεν θάνατόν γε φύγοιμεν
- αν δεν πεθάνουμ᾽ όλοι
- Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr
- εἴ κεν θάνατόν γε φύγοιμεν
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 60