κεντέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεντέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱent-

Ρήμα[επεξεργασία]

κεντέω

  1. (για έντομα) τσιμπώ
  2. κεντρίζω, πληγώνω με κάτι αιχμηρό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]