κεντρί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κεντρί τα κεντριά
      γενική του κεντριού των κεντριών
    αιτιατική το κεντρί τα κεντριά
     κλητική κεντρί κεντριά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεντρί < μεσαιωνική ελληνική κεντρί < ελληνιστική κοινή κέντριον < αρχαία ελληνική κέντρον

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /cɛnˈdɾi/
συλλαβισμός: κε‐ντρί

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεντρί ουδέτερο

  1. (εντομολογία) (βιολογία)[1] οξύ όργανο εντόμων με το οποίο εγχέουν τοξική ουσία τσιμπώντας κάποιο θύμα ή όποιον θεωρούν εχθρό
    ※ Τα τσιμπήματα από έντομα τύπου μέλισσας ή σφήκας προκαλούν μια τοπική φλεγμονώδη αντίδραση του δέρματος που είναι αποτέλεσμα του δηλητηρίου που ενίεται στον οργανισμό μας με το κεντρί του εντόμου. (εφ. Ελευθεροτυπία, 21/7/2009)
  2. (κατ' επέκταση) αιχμηρό αντικείμενο με το οποίο μπορούμε να τσιμπήσουμε ή να πονέσουμε κάποιον
  3. (μεταφορικά) δηκτικό σχόλιο, υπαινιγμός ή αστείο και (κατ' επέκταση) ο άνθρωπος που το κάνει
    ※ Όχι βεβαίως για να αποκαταστήσει το όνομα του Αριστείδη Στεργιάδη, αλλά για να προκαλέσει τον αναγνώστη και να τον προσκαλέσει σε ένα ταξίδι μνήμης, δίνοντάς του την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αποδράσει προς το χώρο εκείνο, όπου οι δύσκολες ιστορικοπολιτικές καταστάσεις υπαγόρευαν, άλλοτε άθελα και άλλοτε ηθελημένα, συμπεριφορές ακατανόητες, ανάρμοστες, εγωιστικές, εξωφρενικές, περίεργες, συμπεριφορές που ενώ γλύκαιναν τον αγέρα, έβγαζαν κι ένα φαρμακερό κεντρί που κένταγε μέχρι μέσα τις πονεμένες καρδιές, κι ας ήταν των απλών πολιτών. (εφ. Το Βήμα, 4/2/2013)
     συνώνυμα: καρφί
    δείτε τις λέξεις αιχμή και μπηχτή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.