κεντρική θέρμανση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κεντρική θέρμανση < → δείτε τις λέξεις κεντρική, κεντρικός και θέρμανση, (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική chauffage centrale ή την γερμανική Zentralheizung)[1]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]κεντρική θέρμανση θηλυκό
- (τεχνολογία) ένα είδος θέρμανσης κτηρίου, πολυκατοικίας ή συγκρότηματος κτηρίων που επιτυγχάνεται με την εγκατάσταση ενός κεντρικού συστήματος θέρμανσης για παροχή θέρμανσης ή/και ζεστού νερού σε όλα τα διαμερίσματα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κεντρική θέρμανση
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κεντρική θέρμανση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Τεχνολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)