Μετάβαση στο περιεχόμενο

κεντρική θέρμανση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κεντρική θέρμανση <  δείτε τις λέξεις κεντρική, κεντρικός και θέρμανση, (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική chauffage centrale ή την γερμανική Zentralheizung)[1]

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

κεντρική θέρμανση θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]