κενός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κενώς, καινός, καινώς

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κενός κενή κενό
γενική κενού κενής κενού
αιτιατική κενό κενή κενό
κλητική κενέ κενή κενό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κενοί κενές κενά
γενική κενών κενών κενών
αιτιατική κενούς κενές κενά
κλητική κενοί κενές κενά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κενός < αρχαία ελληνική κενός, κενεός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κενός, -ή, -ό

  1. που δεν περιέχει τίποτα
    τα ταμεία είναι κενά
    το εσωτερικό του κορμού είναι κενό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αδειανός, άδειος, κούφιος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: γεμάτος, πλήρης
  2. που δεν έχει συμπληρωθεί, που δεν έχει καταληφθεί
    διαγωνισμός για την πλήρωση των κενών θέσεων
    την Τετάρτη, έχω πολλές κενές ώρες
  3. χωρίς πνευματικό περιεχόμενο, που δεν έχει νόημα
    κενός λόγος
    άνθρωπος κενός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κούφιος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: μεστός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]