κερατέα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: Κερατέα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερατέα < (αρχαία ελληνική ) κερατέα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κερατέα αρσενικό ή θηλυκό

  1. το δέντρο χαρουπιά
    ο βους (...) σείει το κεφάλιν του, κρούει τον κερατέα (Διήγησις παιδιόφραστος των ζώων των τετραπόδων, 1020)

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κερατέα κερατέα κερατέαι
Γενική κερατέας κερατέαιν κερατεῶν
Δοτική κερατέ κερατέαιν κερατέαις
Αιτιατική κερατέαν κερατέα κερατέας
Κλητική κερατέα κερατέα κερατέαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερατέα < κέρας (=κέρατο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κερατέα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]