κερατοειδής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κερατοειδής κερατοειδής κερατοειδές
γενική κερατοειδούς κερατοειδούς κερατοειδούς
αιτιατική κερατοειδή κερατοειδή κερατοειδές
κλητική κερατοειδή(ς) κερατοειδής κερατοειδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κερατοειδείς κερατοειδείς κερατοειδή
γενική κερατοειδών κερατοειδών κερατοειδών
αιτιατική κερατοειδείς κερατοειδείς κερατοειδή
κλητική κερατοειδείς κερατοειδείς κερατοειδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερατοειδής < μεταγενέστερη ελληνική κέρας (γενική « κέρατος ») + -ειδής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κερατοειδής, -ής, -ές

  1. που μοιάζει με κέρατο


Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]