κεραυνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεραυνός κεραυνοί
γενική κεραυνού κεραυνών
αιτιατική κεραυνό κεραυνούς
κλητική κεραυνέ κεραυνοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναπαράσταση κεραυνού

κεραυνός αρσενικό

  1. ηλεκτρική εκκένωση που συνοδεύεται από εκτυφλωτική λάμψη (αστραπή) και βίαιη έκρηξη (βροντή)
  2. (μεταφορικά) η κατάπληξη, το σοκ
    Ο θάνατος του πατέρα του του ήρθε κεραυνός.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κεραυνός εν αιθρία : αναπάντεχο περιστατικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]