Μετάβαση στο περιεχόμενο

κερδαίνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κερδαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κερδαίνω. Μορφολογικά αναλύεται σε κέρδ(ος) + -αίνω.

κερδαίνω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κερδαίνω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κερδαίνω

κερδαίνω (μεταβατικό) και (αμετάβατο)

  1. κερδίζω, αποκτώ
    παράδειγμα  κερδαίνω τη ζωή μου: βγάζω τα προς το ζην, τα έξοδά μου
    παράδειγμα  κερδαίνω τους κόπους μου: ανταμείβομαι για τις προσπάθειές μου
      Ἡ δέ γυνή στέλλει ρεπούδιον, καί τήν πρό γάμου δωρεάν κερδαίνει, τὴν δεσποτείαν φυλάττουσα τοῖς ἐκ τοῦ αὐτοῦ γάμου παισίν εἴπερ εἰσίν (Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Νομοκανών, μετά των σχολίων Θεοδώρου του Βαλσάμωνος, Αθήνα, τυπογραφία Γ. Χαρτοφύλακος, 1852, σελ. 295)
  2. κατορθώνω
  3. νικώ
    παράδειγμα  κερδαίνω τον πόλεμο, τη μάχη

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κερδαίνω < λείπει η ετυμολογία

κερδαίνω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα:

Συγγενικά

[επεξεργασία]