κερδοφορία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κερδοφορία κερδοφορίες
γενική κερδοφορίας κερδοφοριών
αιτιατική κερδοφορία κερδοφορίες
κλητική κερδοφορία κερδοφορίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κερδοφορία < κερδοφόρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κερδοφορία θηλυκό

  1. (οικονομία): η απόδοση, η ύπαρξη κέρδους σε οικονομική δραστηριότητα
  2. (κατ’ επέκταση) το να έχει μεγάλα κέρδη μια επιχείρηση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]