κεσάτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κεσάτι τα κεσάτια
      γενική του κεσατιού των κεσατιών
    αιτιατική το κεσάτι τα κεσάτια
     κλητική κεσάτι κεσάτια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεσάτι < τουρκική kesat + < αραβική كساد (kasād, αδράνεια)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεσάτι ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]