Μετάβαση στο περιεχόμενο

κετοξέωση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η κετοξέωση
      γενική της κετοξέωσης*
    αιτιατική την κετοξέωση
     κλητική κετοξέωση
* παλιότερος λόγιος τύπος, κετοξεώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κετοξέωση < λόγιο ενδογενές δάνειο: λόγιο δάνειο από την αγγλική ketoacidosis

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κετοξέωση θηλυκό

  • (ιατρική) μεταβολική διαταραχή, επιπλοκή του σακχαρώδους διαβήτη, που είναι απειλητική για τη ζωή αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, συνήθως αναφέρεται ως «διαβητική κετοξέωση»
    ※  Η κετοξέωση συνήθως έρχεται σιγά-σιγά, αλλά όταν υπάρχει εμετός επέρχεται σε λίγες ώρες. Τα πρώτα συμπτώματα είναι η δίψα, ξηροστομία, συχνοουρία, συνήθως υψηλό ζάχαρο και υψηλά επίπεδα κετόνης στα ούρα (Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Σακχαρώδης διαβήτης, εκδ. Vipafarm, 2001, σελ. 123)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]