κεφάλαιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κεφαλαίο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφάλαιο κεφάλαια
γενική κεφαλαίου κεφαλαίων
αιτιατική κεφάλαιο κεφάλαια
κλητική κεφάλαιο κεφάλαια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφάλαιο < κεφάλαιον < κεφαλαίος < κεφαλή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεφάλαιο ουδέτερο

  1. μεγάλη ενότητα ενός βιβλίου
    • (μεταφορικά) σημαντικό τμήμα μιας συζήτησης ή μιας ζωής κ.λπ
      με το γάμο του άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή του
  2. (οικονομία) οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο (κτήρια, μηχανές, γη) ενσωματώνεται στην παραγωγική διαδικασία
    • τα χρήματα ή τίτλοι (μετοχές, ομόλογα) που διαθέτει κάποιος
    • (κοινωνιολογία) η κοινωνική τάξη των κεφαλαιοκρατών
      το κόμμα μας υποστηρίζει το λαό και όχι το μεγάλο κεφάλαιο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]