κεφάλι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κεφάλι | τα | κεφάλια |
| γενική | του | κεφαλιού | των | κεφαλιών |
| αιτιατική | το | κεφάλι | τα | κεφάλια |
| κλητική | κεφάλι | κεφάλια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κεφάλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κεφάλιν[1] < ελληνιστική κοινή κεφάλιον (υποκοριστικό) < αρχαία ελληνική κεφαλή[2][3].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ceˈfa.li/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κε‐φά‐λι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κεφάλι ουδέτερο
- το άνω άκρο του ανθρώπινου σώματος, το οποίο στηρίζεται στον κορμό με τον λαιμό
- μέτρο σύγκρισης ύψους
Του ρίχνει ένα κεφάλι (είναι περίπου 30 εκατοστά ψηλότερος).
- αριθμός ζώων σε κοπάδια ή ανθρώπων σε συνεστίαση
Έχει τριάντα κεφάλια (γελάδια κ.λπ.)
Πρέπει να κλείσω τραπέζια στο μαγαζί, πόσα κεφάλια να τους πω να λογαριάσουν;
- ο εγκέφαλος, η πνευματική κατάσταση, η σκέψη
- ο έξυπνος άνθρωπος (συνήθως με το επίθετο μεγάλο)
Ο Κώστας είναι μεγάλο κεφάλι .
- η εξουσία, οι επικεφαλής κυριολεκτικά, ειρωνικά ή επικριτικά (με μομφή αναξιότητας της εξουσίας ή αδυναμίας του εξουσιαζομένου), με το ίδιο επίθετο μεγάλο
Τι να κάνουμε εμείς για την κρίση, εδώ αποφασίζουν τα μεγάλα κεφάλια.
- κάτι στρογγυλό
ένα κεφάλι τυρί, το κεφάλι της καρφίτσας
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- βάζω/κόβω το κεφάλι μου: είμαι εντελώς σίγουρος
- κάνω/φτιάχνω κεφάλι: μεθάω ή μαστουρώνω
- κακό του κεφαλιού του: λέγεται σε περιπτώσεις που θέλουμε να δείξουμε ότι κάποιος ή κάποιο ζώο βλάπτει τον εαυτό του λόγω λανθασμένων επιλογών
- κάνω του κεφαλιού μου: κάνω παράλογα πράγματα ή σε αντίθεση με τα αποφασισμένα
- κόβει το κεφάλι: είναι έξυπνος
Αφού κατάφερες και το έλυσες αυτό πάει να πει πως κόβει το κεφάλι σου.
- πονάει κεφάλι κόβει κεφάλι
- σηκώνω κεφάλι
- σπάω το κεφάλι μου: προσπαθώ επίμονα να σκεφτώ ή να θυμηθώ κάτι
Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ που άφησα τα εισιτήρια.
- σπάω το κεφάλι
Παροιμίες
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τμήμα ζώντος οργανισμού
|
κάνω του κεφαλιού μου
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κεφάλι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ κεφάλι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ κεφάλι - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)