κεφίρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Σερβίρισμα κεφίρ σε ποτήρι.
Γαλακτοκεφιρόκοκκοι. Συμβιωτική καλλιέργεια βακτηρίων και διαφορετικών μαγιών.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφίρ < ρώσικα: кефи́р < Mingrelian ქიფური ‎(kipuri), Ossetian къӕпы ‎(k’æpy), Karachay-Balkar гыпы
  • (αβέβαιη ετυμολογία) αραβικά: كَافِر ‎(kāfir, “αρνητής, αποκρύπτων”) ομόρριζο του κάφρος.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεφίρ ουδέτερο άκλιτο

  1. (γαλακτοκομία) ζυμωμένο ρόφημα γάλακτος ή τυρί που γίνεται με κεφιρόκοκκους (εκκινητής ζύμωσης αποτελούμενος από μαγιές, βακτήρια και στρεπτολακτόκοκκους) και έχει τις ρίζες της στα βουνά του Βορείου Καυκάσου
  2. ζυμωμένο ρόφημα ζαχαρόνερου ή φρουτόνερου με κεφιρόκοκκο-ζαχαρονεροκεφιρόκοκκο τύπου tibicos





Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

  • κεφίρ στην αγγλόφωνη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια





32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]