κεφαλάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφαλάρι κεφαλάρια
γενική κεφαλαριού κεφαλαριών
αιτιατική κεφαλάρι κεφαλάρια
κλητική κεφαλάρι κεφαλάρια
κεφαλάρι (2) κρεβατιού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφαλάρι < κεφάλι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /cɛ.fa.ˈla.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεφαλάρι ουδέτερο

  1. πηγή νερού με άφθονο νερό
    συνώνυμα: κεφαλόβρυσο, νερομάνα
  2. το πάνω μέρος του κρεβατιού
  3. (βιβλιοδεσία) πλεκτό επίθεμα στο πάνω και το κάτω μέρος της ράχης των δεμένων βιβλίων
  4. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): το τύμπανο (ανέμη) του βαρούλκου πάνω στο οποίο τυλίγεται το σχοινί ή το συρματόσχοινο
  5. κιονόκρανο
  6. (τεχνικά έργα) το φουρούσι, στατικό τελείωμα κατακόρυφου στοιχείου

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]