κεφαλάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφαλάρι κεφαλάρια
γενική κεφαλαριού κεφαλαριών
αιτιατική κεφαλάρι κεφαλάρια
κλητική κεφαλάρι κεφαλάρια
κεφαλάρι (2) κρεβατιού

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κεφαλάρι < κεφάλι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /cɛ.fa.ˈla.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κεφαλάρι ουδέτερο

  1. πηγή νερού με άφθονο νερό
  2. το πάνω μέρος του κρεβατιού
  3. (βιβλιοδεσία) πλεκτό επίθεμα στο πάνω και το κάτω μέρος της ράχης των δεμένων βιβλίων
  4. (ναυτικός όρος), (ιδιωματικό): το τύμπανο (ανέμη) του βαρούλκου πάνω στο οποίο τυλίγεται το σχοινί ή το συρματόσχοινο
  5. κιονόκρανο

32πχ Μεταφράσεις[]