κεφαλαίο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφαλαίο < κεφαλαίος < κεφαλή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεφαλαίο ουδέτερο

  1. το γράμμα που έχει μεγάλο ύψος· το καθένα από τα γράμματα Α, Β, Γ, κλπ, σε αντίθεση με τα μικρά ή πεζά α, β, γ κ.λπ.

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]
  • αρκτικοκεφαλαιώνω (α. γράφω με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα, β. μετατρέπω λέξη σε κύριο όνομα)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]