κεφαλαιώδης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κεφαλαιώδης κεφαλαιώδης κεφαλαιώδες
γενική κεφαλαιώδους κεφαλαιώδους κεφαλαιώδους
αιτιατική κεφαλαιώδη κεφαλαιώδη κεφαλαιώδες
κλητική κεφαλαιώδη(ς) κεφαλαιώδης κεφαλαιώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κεφαλαιώδεις κεφαλαιώδεις κεφαλαιώδη
γενική κεφαλαιωδών κεφαλαιωδών κεφαλαιωδών
αιτιατική κεφαλαιώδεις κεφαλαιώδεις κεφαλαιώδη
κλητική κεφαλαιώδεις κεφαλαιώδεις κεφαλαιώδη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφαλαιώδης < αρχαία ελληνική κεφαλαιώδης < κεφάλαιος + -ώδης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κεφαλαιώδης

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]