κεφαλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφαλιά κεφαλιές
γενική κεφαλιάς κεφαλιών
αιτιατική κεφαλιά κεφαλιές
κλητική κεφαλιά κεφαλιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κεφαλιά < κεφάλι + -ιά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κεφαλιά θηλυκό

  1. χτύπημα (κυρίως βολή σε άθλημα) με το κεφάλι
    ο επιθετικός έριξε μια κεφαλιά και έβαλε γκολ

32πχ Μεταφράσεις[]