κεφαλικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφαλικός < κεφάλι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κεφαλικός -ή, -ό

  1. (ιατρική) που σχετίζεται ή αναφέρεται στο κεφάλι
  2. κατά κεφαλή

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφαλικός < κεφαλή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κεφαλικός

  1. που ανήκει ή αναφέρεται στην κεφαλή:
    • στο κεφάλι
    • στο μπροστινό κύριο τμήμα μιας ομάδας
    • στους επικεφαλής
  2. που ανήκει ή αναφέρεται σε έναν ιδιώτη και όχι στο σύνολο ή στο δημόσιο