κεφαλοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κεφαλοποίηση οι κεφαλοποιήσεις
      γενική της κεφαλοποίησης
& κεφαλοποιήσεως
των κεφαλοποιήσεων
    αιτιατική την κεφαλοποίηση τις κεφαλοποιήσεις
     κλητική κεφαλοποίηση κεφαλοποιήσεις
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφαλοποίηση < (κεφάλι + ποιώ) λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική cephalization

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεφαλοποίηση θηλυκό

  1. (ζωολογία), (ανατομία) η εξελικτική διαδικασία κατά την οποία ένας οργανισμός εμφανίζει τάση συγκέντρωσης των αισθητήριων οργάνων του σε ένα τμήμα που χαρακτηρίζεται ως κεφάλι ή κοντά σε αυτό


Μεταφράσεις[επεξεργασία]