κεφαλοσπορίνες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφαλοσπορίνες < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεφαλοσπορίνες θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική) επιμέρους κατηγορία των αντιμικροβιακών φαρμάκων, που χορηγούνται κατά των λοιμώξεων.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • οι κεφαλοσπορίνες ταξινομούνται σε πρώτης, δεύτερης, τρίτης και τέταρτης γενεάς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]