κεφαλοχώρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφαλοχώρι κεφαλοχώρια
γενική κεφαλοχωριού κεφαλοχωριών
αιτιατική κεφαλοχώρι κεφαλοχώρια
κλητική κεφαλοχώρι κεφαλοχώρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεφαλοχώρι < κεφαλικός + χωριό (κατά την τουρκοκρατία, το χωριό που πλήρωνε κεφαλικό φόρο, προκειμένου να παραμένει αυτόνομη η περιοχή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεφαλοχώρι ουδέτερο

  1. χωριό που παίζει μεγάλο ρόλο στην οικονομία και τη διοίκηση μιας περιοχής και συνήθως είναι πιο πλούσιο από τα τριγύρω χωριά, αν υπάρχουν

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]