κεχαγιάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεχαγιάς κεχαγιάδες
γενική κεχαγιά κεχαγιάδων
αιτιατική κεχαγιά κεχαγιάδες
κλητική κεχαγιά κεχαγιάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεχαγιάς < τουρκική kâhya < περσική kadxudā

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κεχαγιάς αρσενικό

  1. αξιωματούχος του οθωμανικού κράτους
  2. (μεταφορικά) αυτός που θέλει να είναι πάντα αρχηγός
  3. υπεύθυνος προβάτων στο μετόχι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]