κηδεμόνας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | κηδεμόνας | οι | κηδεμόνες |
| γενική | του του/της |
κηδεμόνα κηδεμόνος |
των | κηδεμόνων |
| αιτιατική | τον/την | κηδεμόνα | τους/τις | κηδεμόνες |
| κλητική | κηδεμόνα | κηδεμόνες | ||
| Ο πρώτος τύπος της γενικής ενικού, μόνο για το αρσενικό. Ο δεύτερος τύπος, και για τα δύο γένη, είναι λόγιος. Για την αστάθεια τύπων της γενικής ενικού του θηλυκού, σε -ος, σε -α, δείτε τα σχόλια στο Παράρτημα: «κηδεμόνας». | ||||
| Κατηγορία όπως «κηδεμόνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κηδεμόνας < αρχαία ελληνική κηδεμών
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ci.ðeˈmo.nas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κη‐δε‐μό‐νας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κηδεμόνας αρσενικό ή θηλυκό
- ο φυσικός γονέας ή άλλο άτομο που, κατά το νόμο, αναλαμβάνει να φροντίζει και να επιβλέπει ένα ανήλικο ή ένα πρόσωπο χωρίς αυτεξουσιότητα, να διαχειρίζεται την περιουσία του και να έχει τη ευθύνη της εκπροσώπησής του
- ※ Ένας αδιόρθωτος γλεντζές είναι ταυτόχρονα κηδεμόνας της κόρης ενός φίλου του, στην οποία παρουσιάζεται σαν άνθρωπος αυστηρών αρχών (Στάθης Βαλούκος, Φιλμογραφία ελληνικού κινηματογράφου (1914-1984), Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, 1984, σελ. 103)
- ≈ συνώνυμα: επιτηρητής, επίτροπος, προστάτης, φροντιστής
- → δείτε και τον όρο γονική μέριμνα
- (μεταφορικά, μειωτικό) αυτός που αναλαμβάνει να προστατεύει κάποιον άλλο, αλλά στην πραγματικότητα του επιβάλλει τη θέλησή του
- (ιατρική) ορθοπεδικό μηχάνημα που υποβοηθά την κινητική λειτουργία ή την αποκατάσταση κινητικού προβλήματος
- ※ Οι ενδείξεις για την χρήση του κηδεμόνα πλάτης είναι η κύφωση, η σκολίωση και σπάνια η σπονδυλολίσθηση. (Κηδεμόνες – Πρακτικές Οδηγίες για τον Κηδεμόνα, Κηδεμόνας πλάτης – Ενδείξεις, ανακτήθηκε στις 23/11/2025 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'κηδεμόνας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)