κηδεμόνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηδεμόνας < αρχαία ελληνική από το ρ. κήδομαι= φροντίζω (κηδεμών)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.ðɛ.ˈmɔ.nas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηδεμόνας αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο φυσικός γονέας ή άλλο άτομο που, κατά το νόμο, αναλαμβάνει να φροντίζει και να επιβλέπει ένα ανήλικο ή ένα πρόσωπο χωρίς αυτεξουσιότητα, να διαχειρίζεται την περιουσία του και να έχει τη ευθύνη της εκπροσώπησής του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επιτηρητής, επίτροπος, προστάτης, φροντιστής
  2. (μεταφορικά-μειωτικά) αυτός που αναλαμβάνει να προστατεύει κάποιον άλλο, αλλά στην πραγματικότητα του επιβάλλει τη θέλησή του
  3. (ιατρική) ορθοπεδικό μηχάνημα που υποβοηθά την κινητική λειτουργία ή την αποκατάσταση κινητικού προβλήματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]