κηλίδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κηλίδα | οι | κηλίδες |
| γενική | της | κηλίδας | των | κηλίδων |
| αιτιατική | την | κηλίδα | τις | κηλίδες |
| κλητική | κηλίδα | κηλίδες | ||
| Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κηλίδα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηλίς από την αιτιατική σε -ίδα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κηλίδα θηλυκό
- σημείο μιας επιφάνειας με διαφορετικό χρώμα από αυτήν
- ※ Ο φυσιογνωμικός τύπος του Χριστού, με το ωοειδές πρόσωπο, τη μακρόστενη μύτη, τις πλατιές κόκκινες επιφάνειες και κηλίδες στο πρόσωπο και τα βαθιά, σκιασμένα μάτια, απορρέει από κομνήνεια πρότυπα, τα οποία, όπως είναι γνωστό, αναβιώνουν στην τέχνη του δεύτερου μισού του 13ου αιώνα. (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα, 2000, σελ. 148)
- ※ Σαπούνια ωραιότατα και μυρωδιές ωραίες
- π' αυτά που νέες κάμνουσι και αυτές τις πλέον γραίες.
- Σαπούνια πικραμύγδαλο, βιολέττα, γλυκερίνη,
- που εις το δέρμα τίποτε κηλίδας δεν αφήνει.
- Βασίλης Μιχαηλίδης (1849–1917), Αγγελία όπως όπως να την μάθ' όλος ο τόπος)
- ≈ συνώνυμα: σημάδι
- βρόμικο σημείο, λεκές
- (μεταφορικά) μια κατακριτέα πράξη που κηλιδώνει ηθικά το βίο ενός ανθρώπου
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)