κηλεπίδεσμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κηλεπίδεσμος κηλεπίδεσμοι
γενική κηλεπιδέσμου κηλεπιδέσμων
αιτιατική κηλεπίδεσμο κηλεπιδέσμους
κλητική κηλεπίδεσμε κηλεπίδεσμοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηλεπίδεσμος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηλεπίδεσμος αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • αχαμνονάθηκας (σκωπτικά)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]