κηλιδοβούτι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κηλιδοβούτι | τα | κηλιδοβούτια |
| γενική | του | κηλιδοβουτιού | των | κηλιδοβουτιών |
| αιτιατική | το | κηλιδοβούτι | τα | κηλιδοβούτια |
| κλητική | κηλιδοβούτι | κηλιδοβούτια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κηλιδοβούτι ουδέτερο
- (πτηνό) είδος πουλιού
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κηλιδοβούτι
|
|