Μετάβαση στο περιεχόμενο

κηλώνω

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κηλώνω < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή κηλόω (κάνω άμβλωση)

κηλώνω