κηπαλάκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κηπαλάκι κηπαλάκια
γενική κηπαλακιού κηπαλακιών
αιτιατική κηπαλάκι κηπαλάκια
κλητική κηπαλάκι κηπαλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηπαλάκι < κήπος + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηπαλάκι ουδέτερο

  1. μικρός κήπος, καλλιεργούμενος με λαχανικά, ιδίως φασολάκια (στη κρητική διάλεκτο)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]