κηπουρός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κηπουρός κηπουροί
γενική κηπουρού κηπουρών
αιτιατική κηπουρό κηπουρούς
κλητική κηπουρέ κηπουροί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηπουρός < αρχαία ελληνική κηπουρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηπουρός αρσενικό ή θηλυκό

  • Αυτός που έχει για δουλειά την φροντίδα του κήπου, ο περιβολάρης.
    Θα 'θελα να 'μουν κηπουρός / σ' έναν κοραλλένιο κήπο στο βυθό (Βαγγέλης Γερμανός, Ο κηπουρός, από τον δίσκο Τα μπαράκια, 1982)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηπουρός < κῆπος + οὖρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηπουρός αρσενικό, θηλυκό
  • αυτός που φροντίζει και καλλιεργεί κήπο, περιβόλι, φυτεία
    δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρός ἐστιν (Το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, 20.15)
    Κηπουρὸς ἀρδεύων λάχανα (τίτλος ιστορίας του Αισώπου)