κηπούπολη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κηπούπολη οι κηπουπόλεις
      γενική της κηπούπολης
& κηπουπόλεως
των κηπουπόλεων
    αιτιατική την κηπούπολη τις κηπουπόλεις
     κλητική κηπούπολη κηπουπόλεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηπούπολη < κήπ(ος) + -ούπολη μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική garden city (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
Πολεοδομικός όρος που επινόησε τη δεκαετία του 1890 ο Άγγλος Εμπενήζερ Χάουαρντ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηπούπολη θηλυκό

  1. (πολεοδομία) οικονομικά αυτοτελής αστική περιοχή, σχεδιασμένη με εκτενείς ζώνες πρασίνου και καθορισμένα τμήματα κατοικίας και οικονομικής δραστηριότητας
    ※  Τα στοιχεία αυτά, όπως εμφανίζονται το 1898 στο βιβλίο του Χάουαρντ Αύριο, ένας ειρηνικός δρόμος προς την αστική μεταρρύθμιση, και λίγο αργότερα, το 1902, στο γνωστότερο Κηπουπόλεις της αύριον, αποτελούν μια μεθοδική προσπάθεια να τεθούν οι προϋποθέσεις για μια νέα αστική ανάπτυξη
    Κική Καυκούλα, Η ιδέα της κηπούπολης στην ελληνική πολεοδομία του Μεσοπολέμου (διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, 1990, σ. 7
    ※  Οι ιδέες της κηπούπολης προωθούνται στην Ελλάδα από τον σοσιαλιστή Πλάτωνα Δρακούλη και την Ελληνική Εταιρεία Αγροπόλεων
    Βάσω Τρόβα, από την κριτική του βιβλίου της Κικής Καυκούλα Η περιπέτεια των κηπουπόλεων. Κοινωνική και περιβαλλογική μεταρρύθμιση στην Ευρώπη και την Ελλάδα του 20ού αιώνα (2007), περιοδικό Γεωγραφίες, 14, (2008), σσ. 118-120.
  2. (καταχρηστικά) συνοικία ή προάστιο πόλης με αυξημένη δενδροφύτευση
    ※  Η κηπούπολη Κυπριάδου είναι μια συνοικία του Δήμου Αθηναίων, μεταξύ του τέρματος της οδού Πατησίων και του Δήμου Γαλατσίου. Υπήρξε η πρώτη Κηπούπολη της Αθήνας και μια από τις ομορφότερες και γραφικότερες συνοικίες της
    Μαριάνθη Μπέλλα. «Κυπριάδου: η πρώτη Κηπούπολη της Αθήνας», Κριτική Παιδαγωγική (Φεβρ. 2017)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]