κηρίο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κηρίο | τα | κηρία |
| γενική | του | κηρίου | των | κηρίων |
| αιτιατική | το | κηρίο | τα | κηρία |
| κλητική | κηρίο | κηρία | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κηρίο < υποκοριστικό του κηρός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κηρίο ουδέτερο
- κερί
- ※ Ο ψάλτης υπενύσταζε και έκαμνε «μετάνοιες» όρθιος στο στασίδι, κι' ο γέρο‑Δημητρός, ο πρώην νεωκόρος κ' επίτροπος επί των εξωκκλησίων, χωρίς ο νους του ν' αποσπάται απ' το παγγάρι και τα κηρία, έπαιρνε «δύο τροπάρια» καθιστός στο στασίδι. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα μετά θάνατον, Η χολεριασμένη, 1915)
- (φυσική) μονάδα φωτεινής ροής
- (ιατρική) μολυσματικό κηρίο: βακτηριδιακή μόλυνση του δέρματος