κηρωτόν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

κηρωτόν

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηρωτόν και κηρωτή

  1. τσιρότο
  2. αλοιφή από κηρέλαιο, με την οποία αλείφονταν οι παλαιστές