κηρωτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κηρωτός κηρωτή κηρωτό
γενική κηρωτού κηρωτής κηρωτού
αιτιατική κηρωτό κηρωτή κηρωτό
κλητική κηρωτέ κηρωτή κηρωτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κηρωτοί κηρωτές κηρωτά
γενική κηρωτών κηρωτών κηρωτών
αιτιατική κηρωτούς κηρωτές κηρωτά
κλητική κηρωτοί κηρωτές κηρωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηρωτός < αρχαία ελληνική κηρωτός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κηρωτός, -ή, -ό

  1. ο επαλειμμένος με κερί, ώστε να καταστεί αδιάβροχος
    κηρωτό ύφασμα (=μουσαμάς), κηρωτό έμπλαστρο (=τσιρότο), κηρωτή αλοιφή (=κηραλοιφή)
    Ὁ μπαρμπα-Στεφανής ἦτο μέ τήν νιτσεράδα του, μέ τόν κηρωτόν πῖλόν του μέ τόν ἱμάντα δεδεμένον ὑπό τόν πώγωνα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κηρωτός κηρωτή κηρωτόν κηρωτοί κηρωταί κηρωτά
Γενική κηρωτοῦ κηρωτῆς κηρωτοῦ κηρωτῶν κηρωτῶν κηρωτῶν
Δοτική κηρωτῷ κηρωτῇ κηρωτῷ κηρωτοῖς κηρωταῖς κηρωτοῖς
Αιτιατική κηρωτόν κηρωτήν κηρωτόν κηρωτούς κηρωτάς κηρωτά
Κλητική κηρωτέ κηρωτή κηρωτόν κηρωτοί κηρωταί κηρωτά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική κηρωτώ κηρωτά
Γενική-Δοτική κηρωτοῖν κηρωταῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηρωτός < κηρόω < κηρός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κηρωτός, -ή, -ό

  1. ο επαλειμμένος με κερί
  2. (ως ουσιαστικό) κηρωτόν/κηρωτή: τσιρότο
  3. (ως ουσιαστικό) κηρωτόν/κηρωτή: αλοιφή από κηρέλαιο, με το οποίο αλείφονταν οι παλαιστές