κηρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κηρός οι κηροί
      γενική του κηρού των κηρών
    αιτιατική τον κηρό τους κηρούς
     κλητική κηρέ κηροί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κηρός[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ciˈɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κη‐ρός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηρός αρσενικό

  1. (λόγιο) κερί
  2. λαμπάδα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κηρός οἱ κηροί
      γενική τοῦ κηροῦ τῶν κηρῶν
      δοτική τῷ κηρ τοῖς κηροῖς
    αιτιατική τὸν κηρόν τοὺς κηρούς
     κλητική ! κηρέ κηροί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κηρώ
γεν-δοτ τοῖν  κηροῖν
2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κηρός < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *ka:r- (κερί)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κηρός αρσενικό

  1. κερί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]