κιάλια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα κιάλια
      γενική των κιαλιών
    αιτιατική τα κιάλια
     κλητική κιάλια
Δείτε και το κιάλι
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιάλια < κιάλι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιάλια ουδέτερο στον πληθυντικό

  • φορητό όργανο που αποτελείται από δύο κιάλια συνδεδεμένα μεταξύ τους

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

κιάλια