κιαμέτι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιαμέτι < τουρκική kıyamet + < αραβική قيامة (qiyāmat)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιαμέτι άκλιτο (& κιαμέτ)

  1. μωαμεθανική πίστη για το τέλος του κόσμου και την ανάσταση των νεκρών
  2. θόρυβος, φασαρία
  3. θαλασσοταραχή, φουρτούνα, τρικυμία, φουσκοθαλασσιά
  4. αφθονία


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]