κιβωτιόσχημο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]κιβωτιόσχημο
- αιτιατική ενικού του κιβωτιόσχημος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κιβωτιόσχημος
κιβωτιόσχημο