κιβωτιόσχημος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κιβωτιόσχημος η κιβωτιόσχημη το κιβωτιόσχημο
      γενική του κιβωτιόσχημου της κιβωτιόσχημης του κιβωτιόσχημου
    αιτιατική τον κιβωτιόσχημο την κιβωτιόσχημη το κιβωτιόσχημο
     κλητική κιβωτιόσχημε κιβωτιόσχημη κιβωτιόσχημο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κιβωτιόσχημοι οι κιβωτιόσχημες τα κιβωτιόσχημα
      γενική των κιβωτιόσχημων των κιβωτιόσχημων των κιβωτιόσχημων
    αιτιατική τους κιβωτιόσχημους τις κιβωτιόσχημες τα κιβωτιόσχημα
     κλητική κιβωτιόσχημοι κιβωτιόσχημες κιβωτιόσχημα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιβωτιόσχημος < κιβώτιο + -ο- + -σχημος (< σχήμα)

Επίθετο[επεξεργασία]

κιβωτιόσχημος, -η, -ο

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • (αρχαιολογία) κιβωτιόσχημος τάφος
    • Στις 22 Μαρτίου του 1959 στον Κερασώνα του Νομού Πρέβεζας βρέθηκε τυχαία ένας κιβωτιόσχημος τάφος, πλούσια κτερισμένος. (*)
    • Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι είναι λάκκοι σκαμμένοι στο χώμα ή σε μαλακό βράχο που φέρουν εσωτερική επένδυση από λίθινες ή πλίνθινες πλάκες. Το σχήμα τους είναι συνήθως ορθογώνιο αλλά μερικές φορές και ασύμμετρο τετράπλευρο, ενώ το μέγεθός τους ποικίλλει ανάλογα με το ύψος του νεκρού. (*)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]