κιμάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιμάς κιμάδες
γενική κιμά κιμάδων
αιτιατική κιμά κιμάδες
κλητική κιμά κιμάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιμάς < τουρκική kıyma

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.ˈmas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιμάς αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • θα σε κάνω κιμά: θα σε δείρω ή θα σε πλήξω οικονομικά-κοινωνικά
  • έγινε κιμάς: για θανάσιμο τραύμα που παραμόρφωσε ανεπανόρθωτα το σώμα
  • ή ταν ή επι τας ή κιμάς: για εξαϋλωμένο πτώμα στρατιώτη, ή για χαμένους νεκρούς (όταν δεν υπάρχει πτώμα και δεν ισχύει πρακτικά το αρχαίο ρητό)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]