κιμονό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κιμονό < απροσάρμοστο άμεσο δάνειο από την ιαπωνική 着物 (kimono, κάτι που φορώ)

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κιμονό ουδέτερο άκλιτο

κιμονό ουδέτερο άκλιτο