κιμωλία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιμωλία κιμωλίες
γενική κιμωλίας κιμωλιών
αιτιατική κιμωλία κιμωλίες
κλητική κιμωλία κιμωλίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιμωλία < αρχαία ελληνική Κιμωλία γῆ< Κίμωλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιμωλία θηλυκό

το χέρι με την κιμωλία
  1. λευκό, μαλακό και εύθριπτο ασβεστολιθικό πέτρωμα
  2. ένα κομμάτι από αυτό το πέτρωμα που χρησιμοποιείται για γράψιμο σε μαυροπίνακα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]