κινέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κινέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱey-

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κινέω

  1. κάνω κάτι να κινηθεί, σπρώχνω, ανακινώ,
  2. διαταράσσω, διεγείρω ωθώ, παρακινώ, παρορμώ κάποιον σε ενέργεια, παράγω, προκαλώ

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]