κινίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κινίνη οι κινίνες
      γενική της κινίνης των κινινών
    αιτιατική την κινίνη τις κινίνες
     κλητική κινίνη κινίνες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κινίνη < γαλλική quinine < ισπανική quina < κέτσουα kina

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κινίνη θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]