κιναισθητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κιναισθητικός κιναισθητική κιναισθητικό
γενική κιναισθητικού κιναισθητικής κιναισθητικού
αιτιατική κιναισθητικό κιναισθητική κιναισθητικό
κλητική κιναισθητικέ κιναισθητική κιναισθητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κιναισθητικοί κιναισθητικές κιναισθητικά
γενική κιναισθητικών κιναισθητικών κιναισθητικών
αιτιατική κιναισθητικούς κιναισθητικές κιναισθητικά
κλητική κιναισθητικοί κιναισθητικές κιναισθητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιναισθητικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική kinesthétique < kinesthésie < αρχαία ελληνική κίνησις + αἴσθησις

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κιναισθητικός, -ή, -ό

  • (φυσιολογία) που έχει σχέση με την κιναισθησία ή αναφέρεται σ’ αυτή
    Γλώσσες όπως η ελληνική, η αγγλική, η γαλλική και άλλες οι οποίες στηρίζονται στην ιστορική ορθογραφία των λέξεων, με την κατάργηση τής χειρόγραφης γραφής από τη μικρή σχολική ηλικία θα οδηγούνταν σε κύματα ανορθογραφίας από το γεγονός ότι θα χανόταν για πάντα η κιναισθητική επαφή των μαθητών με την εικόνα της λέξης, η αίσθηση δηλαδή για τις κινήσεις που χρειάζονται για τον σχεδιασμό των γραμμάτων κάθε λέξης, μια διάσταση πολύτιμη για τη γνώση τής ορθογραφίας. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]