κινδυνεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κινδυνεύω < αρχαία ελληνική κινδυνεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /cin.ði.ˈnɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κινδυνεύω

  1. αντιμετωπίζω κίνδυνο, βρίσκομαι σε επικίνδυνη θέση ή κατάσταση
    οδηγώντας υπό την επήρρεια αλκοόλ κινδυνεύεις να έχεις ατύχημα
  2. απειλούμαι από καταστροφή
    το οικοσύστημα της λίμνης κινδυνεύει από τα λήμματα του εργοστασίου
  3. απειλείται η ζωή μου
    ο ανθενής κινδύνεψε να πεθάνει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κινδυνεύω < κίνδυνος + -εύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κινδυνεύω

  1. (αμετάβατο) κινδυνεύω, βρίσκομαι σε κίνδυνο
  2. (μεταβατικό) (+ δοτική) βάζω κάτι σε κίνδυνο, διακινδυνεύω
  3. (μεταβατικό) (+ απαρέμφατο) κινδυνεύω να ...
  4. (μεταβατικό) (+ απαρέμφατο) φαίνεται πιθανό ότι ...
  5. (+ αιτιατική σύστοιχου αντικειμένου)
    κινδυνεύω την ψευδομαρτυρίαν: κινδυνεύω να κατηγορηθώ ως ψευδομάρτυρας

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883