κιονίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κιονίτης οι κιονίτες
      γενική του κιονίτη των κιονιτών
    αιτιατική τον κιονίτη τους κιονίτες
     κλητική κιονίτη κιονίτες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιονίτης < αρχαία ελληνική κίων + -ίτης*

Προφορά[επεξεργασία]

λείπει η προφορά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιονίτης αρσενικό

  • (γεωλογία) σταλακτίτης που φτάνει ως το έδαφος ή είναι ενωμένος με σταλαγμίτη

Επίθετο[επεξεργασία]

  • που δρα σε, στεγάζεται σε, σχετίζεται με η αφορά κίονα/κολόνα
    κιονίτισσα φωλιά
    ※  Συμεων ό θαυμαστορείτης από τοῦ θαυμαστοῦ όρους παρά την 'Αντιόχειαν, όπου ήσκησε, καὶ Κιονίτης καὶ Στυλίτης λεγόμενος ([1])