κιονόκρανο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κιονόκρανο κιονόκρανα
γενική κιονοκράνου
& κιονόκρανου
κιονοκράνων
& κιονόκρανων
αιτιατική κιονόκρανο κιονόκρανα
κλητική κιονόκρανο κιονόκρανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιονόκρανο < αρχαία ελληνική κιονόκρανον < κίων + *κρᾶνον (> κρανίον)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κιονόκρανο ουδέτερο

  • το ανώτερο τμήμα ενός κίονα που φέρει διακόσμηση και πάνω στο οποίο στηρίζεται το επιστύλιο
δωρικό κιονόκρανο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]